ΘΑΥΜΑΖΩ: Την κουλτούρα της προσφοράς
ΦΟΒΑΜΑΙ: Την έκρηξη της μισαλλοδοξίας
Άγγελος Χανιώτης
Πήγα στην Αμερική ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης το 1993 και έφυγα το 1998 για τη Χαϊδελβέργη. Ηταν τόσο ισχυρή η απόφασή μου να μην ξαναγυρίσω, που άφησα την πολυπόθητη «πράσινη κάρτα» να λήξει. Επέστρεψα το 2010 στο Ινστιτούτο Προηγμένων Σπουδών στο Πρίνστον, χώρο επιστημονικής έρευνας χωρίς περισπασμούς. Το 1998 με έδιωξε η απομυθοποίηση της Νέας Υόρκης ως της πιο λαμπρής μητρόπολης· με έφερε πίσω η υπεροχή του ακαδημαϊκού συστήματος της Αμερικής απέναντι στην Ευρώπη ως προς την ευέλικτη προσφορά δυνατοτήτων. Δεν ζω στην Αμερική, αλλά σε μια «γυάλα». Από την (εύθραυστη) ασφάλεια και το περιορισμένο οπτικό πεδίο της παρακολουθώ μια χώρα να χάνει την ισορροπία της. Αυτά που φοβάμαι είναι περισσότερα από αυτά που θαυμάζω· αυτά που θαυμάζω ακυρώνονται από υπερβολές.
Θαυμάζω μια κουλτούρα προσφοράς και ευεργετισμού που εφάμιλλη έχει να γνωρίσει ο δυτικός κόσμος από τα χρόνια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας – η Ελλάδα τη γνώρισε από τα μέσα του 19ου αιώνα έως τον μεσοπόλεμο. Η συμβολή ιδιωτών χορηγών είναι παντού ορατή, από τα γήπεδα και τις βιβλιοθήκες έως τις ακαδημαϊκές έδρες και τα θέατρα, αντισταθμίζοντας τις περιορισμένες κρατικές επενδύσεις σε υποδομές. Το τίμημα του ευεργετισμού είναι η αθέμιτη επιρροή, άλλοτε έμμεση, άλλοτε προκλητικά εμφανής, των χορηγών. Πρόσφατο παράδειγμα ο εκβιασμός των αμερικανικών ΑΕΙ από Αμερικανοεβραίους χορηγούς.
Εκτίμησα το ότι τα πανεπιστήμια λειτουργούν ως μη κερδοσκοπικά ιδρύματα, που επανεπενδύουν τα έσοδα σε υποτροφίες, υποδομές, ερευνητικά κονδύλια και μισθούς, δίνοντας προτεραιότητα στις υποχρεώσεις τους απέναντι στον φοιτητή. Η δωρεάν παιδεία των ευρωπαϊκών χωρών είναι ευγενές ιδανικό, αλλά και μύθος. Δεν εξαλείφει τις ανισότητες ευκαιριών που δημιουργούν οι οικονομικές ανισότητες. Στην Ελλάδα η δωρεάν παιδεία της μέσης εκπαίδευσης ακυρώνεται από τα κενά της, που οδηγούν στα φροντιστήρια και στα ιδιαίτερα μαθήματα, εξαντλώντας τον προϋπολογισμό των αδύναμων νοικοκυριών. Στην ανώτατη εκπαίδευση, κάποιοι συνδέουν το τσάμπα με το ευτελές. Στην Αμερική η αποταμίευση για τις σπουδές ξεκινάει με τη γέννα ενός παιδιού· στην Ευρώπη οι γονείς εναποθέτουν τις ελπίδες τους στον πατέρα-κράτος. Αλλά ενώ η καταβολή διδάκτρων καθιστά τον φοιτητή απαιτητικό πελάτη της γνώσης, το αστρονομικό ύψος τους (κατά μέσον όρο 43.000 δολάρια σε ιδιωτικά ΑΕΙ) έχει φέρει το φοιτητικό χρέος κοντά στα 2 τρισ. δολάρια – μια οικονομική βόμβα που περιμένει να εκραγεί.
Σε κάθε ιστορική περίοδο και κοινωνία βλέπουμε αντιφάσεις, αντιθέσεις και ανισότητες. Στην Αμερική των ημερών μας έχουν οξυνθεί τόσο, που η χώρα να μην μπορεί πλέον να ισορροπήσει. Δεν αναφέρομαι στα παράδοξα της αμερικανικής κουλτούρας που επιτρέπουν στον δεκαοκτάρη στο Τέξας να αγοράσει όπλο, αλλά του απαγορεύουν να αγοράσει μια μπίρα, ή στις μορφωτικές αντιθέσεις ανάμεσα στην ανατολική ακτή και στις κεντρικές πολιτείες. Είναι ανησυχητικό ότι στη χώρα με τον μεγαλύτερο αριθμό βραβείων Νομπέλ και την αναμφισβήτητη υπεροχή στην έρευνα, 34% των νέων ηλικίας 18-24 ετών δεν γνωρίζουν ή δεν είναι βέβαιοι αν η γη είναι επίπεδη και 80% των Αμερικανών θεωρούν ότι πολλά φαινόμενα δεν μπορούν να εξηγηθούν από την επιστήμη. Ενα διαστημικό πρόγραμμα μπορεί να συνυπάρχει με τρένα που βλέπαμε σε ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του ᾿60.
Ακόμη πιο ανησυχητικές είναι οι ιδεολογικές ακρότητες, με το ένα πολιτικό άκρο να απαγορεύει στα σχολεία της Φλόριντα βιβλία που θίγουν το θέμα των φυλετικών διακρίσεων και το άλλο να επιβάλλει μια δικτατορία της γλώσσας. Η διάκριση κράτους και θρησκευτικών δογμάτων δεν εμπόδισε δικαστή στην Αλαμπάμα να αποφανθεί ότι έμβρυα αποθηκευμένα σε κλινικές τεχνητής γονιμοποίησης είναι άνθρωποι κατ᾿ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού. Η χώρα με το πρώτο δημοκρατικό σύνταγμα των νεότερων χρόνων δεν γνωρίζει την ισότητα της ψήφου· η πολιτεία του Ντέλαγουερ του ενός εκατομμυρίου κατοίκων εκλέγει δύο γερουσιαστές, όπως και η Καλιφόρνια των 39 εκατομμυρίων. Οταν οι μισοί πολίτες μιας χώρας με φιλοδοξίες παγκόσμιας ηγεμονίας δεν έχουν διαβατήριο, δεν είναι περίεργο που το ιδανικό του απομονωτισμού κερδίζει έδαφος. Φοβάμαι την εμμονή της Αμερικής σε μια πολιτειακή οργάνωση του ύστερου 18ου αιώνα, όταν καλείται να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του 21ου.
Δεν ζω στην Αμερική, αλλά σε μια «γυάλα». Από την (εύθραυστη) ασφάλεια και το περιορισμένο οπτικό πεδίο της παρακολουθώ μια χώρα να χάνει την ισορροπία της. Αγγελος Χανιώτης
Περισσότερο απ᾿ όλα φοβάμαι την έκρηξη της μισαλλοδοξίας. Το βιβλίο του Φίλιπ Ροθ «Η συνωμοσία κατά της Αμερικής» παρουσιάζει ένα δυστοπικό σενάριο στο οποίο τις εκλογές του 1940 κερδίζει ο φιλοναζιστής Λίντμπεργκ και όχι ο Ρούσβελτ, οδηγώντας σε διωγμούς Εβραίων. Ο κίνδυνος η φαντασία να γίνει πραγματικότητα είναι ορατός· μόνο τα θύματα της μισαλλοδοξίας θα διαφέρουν.
*Ο κ. Αγγελος Χανιώτης είναι καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας και Κλασικών Σπουδών, Ινστιτούτο Προηγμένων Μελετών στο Πρίνστον.

ΘΑΥΜΑΖΩ: Την αισιοδοξία και τη διάχυτη καλή πίστη
ΦΟΒΑΜΑΙ: Την αδιαφορία για οτιδήποτε είναι πέρα από το άτομο
Στάθης Ν. Καλύβας
Στην Αμερική έζησα και εργάστηκα για τριάντα ακριβώς χρόνια, από το 1988 έως το 2018. Παρότι η βάση μου είναι τώρα στην Αγγλία, διατηρώ εκεί πολλές σχέσεις και πολλές συνεργασίες. Οι περισσότεροι φοιτητές μου, σε αμερικανικά πανεπιστήμια διδάσκουν και με την αμερικανική ακαδημαϊκή κοινότητα, που εννοείται είναι διεθνής, συνδιαλέγομαι κυρίως.
Η αλήθεια είναι πως δεν έζησα ακριβώς στην Αμερική. Για την ακρίβεια έζησα σε αμερικανικές πανεπιστημιουπόλεις. Και αυτές αποτελούν ένα ολόκληρο, συνεκτικό σύμπαν, διακριτές από την υπόλοιπη κοινωνία ακόμη και όταν είναι πλήρως ενταγμένες στον αστικό ιστό, όπως π.χ. στη Νέα Υόρκη. Στις πανεπιστημιουπόλεις αυτές μπορεί να περάσει κανείς ολόκληρη τη ζωή του καλύπτοντας ικανοποιητικά (και παραπάνω) όλες τις βιολογικές, υλικές και βεβαίως πνευματικές του ανάγκες, ελαχιστοποιώντας με τον τρόπο αυτό τις επαφές του με άλλους κοινωνικούς χώρους. Αυτή η πραγματικότητα δεν είναι ίδιον των πανεπιστημίων, αλλά σε σημαντικό βαθμό συνάρτηση της κλίμακας της χώρας, που είναι τόσο μεγάλη και τόσο νέα, ώστε να διατηρεί αυτόν τον ιδιότυπο κατακερματισμένο χαρακτήρα. Διαφορετική είναι δηλαδή η σφαίρα του θεάματος (με βάση το Λος Αντζελες) από αυτήν των νεόφυτων επιχειρήσεων (γύρω από τον Σαν Φρανσίσκο), των κυβερνητικών δραστηριοτήτων (στην Ουάσιγκτον) ή της τέχνης και του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου (κυρίως στη Νέα Υόρκη) – και πάει λέγοντας. Είναι άρα εξαιρετικά δύσκολο να μιλήσει κανείς γενικεύοντας για την Αμερική με τον ίδιο τρόπο που κάνουμε λόγο για μια χώρα σαν την Ελλάδα.
Στην Αμερική που ξέρω, λοιπόν, θαυμάζω κυρίως τη γενναιοδωρία, την αισιοδοξία και τη διάχυτη καλή πίστη. Ούτε μία φορά δεν αισθάνθηκα ξένος ή υποδεέστερος. Η προφορά μου, τα σφάλματα που έκανα μιλώντας στα αγγλικά, δεν με έθεσαν ποτέ εκτός κάποιας παρέας ή συζήτησης. Η αίσθηση αυτή μπορεί να κυριαρχεί (ή τουλάχιστον κυριαρχούσε πριν από την επέλαση της «συμπεριληπτικής» καταιγίδας) στα πανεπιστήμια, αλλά τη συναντά κανείς και στις καθημερινές του επαφές με ανθρώπους από όλα τα στρώματα. Οι σχετικά περιορισμένες παραστάσεις των περισσότερων ανθρώπων, ο εγγενής επαρχιωτισμός τους, δείγμα και αυτός της τεράστιας κλίμακας της χώρας και στοιχείο που οδηγεί συχνά στον χαρακτηρισμό των Αμερικανών ως αφελών ή αθώων, στηρίζουν τελικά μια ισχυρή γενναιοδωρία και καλή πίστη. Πρακτικά, αυτό σημαίνει πως οι άνθρωποι εύκολα θα δεχθούν τις περισσότερες παραδοχές σου. Η ροπή τους προς σχέσεις πιο επιφανειακές, κάτι που κατακρίνεται συχνά, συμβάλλει σε μια αποδοχή που μπορεί να είναι ίσως επιδερμική, δεν παύει όμως να είναι πολλές φορές σωτήρια. Γενναιοδωρία, βέβαια, δεν σημαίνει πως όλα είναι ίσα κι όμοια, γιατί σε μια κοινωνία με την εμπορική παράδοση της Αμερικής υπάρχουν και γενικά τηρούνται προδιαγραφές: οι σχέσεις προϋποθέτουν κανόνες και η μη τήρησή τους μπορεί να συγχωρεθεί στην αρχή, αλλά όχι για πολύ. Με λίγα λόγια, θεωρώ πως δεν υπάρχει καλύτερη χώρα στον κόσμο για να ξεκινήσει κανείς τη ζωή του, να υλοποιήσει μια ιδέα, να βάλει μπροστά μια επιχείρηση. Και αυτό μεταφράζεται σε έναν απίστευτο δυναμισμό, στην οικονομία, στη γνώση, στις τέχνες, που δύσκολα συναντά κανείς αλλού.
Θεωρώ πως δεν υπάρχει καλύτερη χώρα στον κόσμο για να ξεκινήσει κανείς τη ζωή του, να υλοποιήσει μια ιδέα, να βάλει μπροστά μια επιχείρηση. Και αυτό μεταφράζεται σε έναν απίστευτο δυναμισμό, στην οικονομία, στη γνώση, στις τέχνες. Στάθης Ν. Καλύβας
Υπάρχει όμως και μια σκοτεινή πλευρά αυτής της ανοιχτής στάσης, που μεταφράζεται συχνά σε αδιαφορία για οτιδήποτε ξεπερνά την άμεσα ατομική σφαίρα. Προφανώς είναι πολλοί εκείνοι που δείχνουν έμπρακτο ενδιαφέρον για τους άλλους, που κάνουν εθελοντισμό ή χρηματοδοτούν φιλανθρωπικές δράσεις. Επικρατεί όμως και μια διάχυτη αντίληψη πως οι άνθρωποι είναι απολύτως και αποκλειστικά υπεύθυνοι για τη ζωή τους, γεγονός που εξηγεί μια στάση ουσιαστικής αποδοχής της ακραίας φτώχειας (ιδίως στους κόλπους μιας τόσο πλούσιας κοινωνίας) ή της ακραίας απομόνωσης και μοναξιάς (ανεξαρτήτως εισοδηματικού επιπέδου), είτε συμπεριφορών που παράγουν αντικοινωνικές διαστάσεις, από την ακραία οικονομική απληστία και καταναλωτική βουλιμία έως τη βία, την οπλοφορία και την οπλοκατοχή. Εχω συχνά την αίσθηση πως τα φαινόμενα που παρατηρούνται την τελευταία δεκαετία στην αμερικανική πολιτική σχετίζονται και με αυτή τη διάσταση. Πως δηλαδή, πέρα από κοινωνικοοικονομικές δυναμικές που έχουν αναλυθεί, υπάρχει μια υποδόρια ψυχολογική διάσταση, που γίνεται κατανοητή όταν τοποθετηθεί στο πλαίσιο αυτών των αξιών και στάσεων ζωής. Η ερμηνεία αυτή έχει μια απαισιόδοξη διάσταση: το πρόβλημα πάει πολύ βαθύτερα από την οικονομία. Εχει όμως και μια αισιόδοξη πλευρά: πάντοτε υπήρχε και πάντα ξεπερνιόταν αυτή η πλευρά των πραγμάτων.
*O κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, κάτοχος της έδρας Gladstone στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.
ΘΑΥΜΑΖΩ: Την ακαδημαϊκή ελευθερία
ΦΟΒΑΜΑΙ: Το βαθύ ρήγμα στην κοινωνία
Αλέξανδρος Νεχαμάς
Θα μιλήσω όχι για την Αμερική που θαυμάζω, αλλά για την Αμερική που θαύμαζα και για την Αμερική που φοβάμαι.
Οταν έφυγα για να σπουδάσω στην Αμερική, αντιμετώπισα ένα κόσμο ριζικά διαφορετικό από την Ελλάδα του 1964 και, αν μου επιτρέπετε, της σκοτεινής δεκαετίας που ακολούθησε. Οχι πως η Αμερική της εποχής εκείνης ήταν άσπιλη. Ιδιαίτερα για εμάς, ο ρόλος της στην ελληνική πολιτική ήταν κάθε άλλο παρά αξιοθαύμαστος.
Ομως, το πανεπιστημιακό περιβάλλον που γνώρισα εκεί ήταν σχεδόν παραδεισένιο, αφοσιωμένο στην ανεξαρτησία της σκέψης και στην ελευθερία του λόγου. Μας έδινε το δικαίωμα –ή μάλλον μας επέβαλλε την υποχρέωση– να εκφράζουμε τις αντιρρήσεις μας στις απόψεις και των καθηγητών και συμφοιτητών μας χωρίς φόβο και με απόλυτη παρρησία. Ενα τεράστιο χάσμα χώριζε την αμερικανική εκπαίδευση από το εκπαιδευτικό σύστημα της Ελλάδος εκείνων (και όχι μόνο εκείνων) των χρόνων.
Χωρίς να το περιμένω, αισθάνθηκα πνευματικά, συναισθηματικά και κοινωνικά ελεύθερος. Ηξερα, φυσικά, ότι το πανεπιστημιακό περιβάλλον δεν εκπροσωπούσε τον χαρακτήρα του συνόλου της αμερικανικής κοινωνίας. Ομως πολλά πανεπιστήμια, που είχαν ως πρώτιστο σκοπό όχι τον επαγγελματικό προσανατολισμό αλλά τη μόρφωση, τροφοδοτούσαν τον τόπο με ταλαντούχους επιστήμονες, επιχειρηματίες, καλλιτέχνες και –το σπουδαιότερο– πολιτικούς.
Αν και μεταξύ όλων αυτών, και ιδιαίτερα μεταξύ των πολιτικών, υπήρχαν ριζικές διαφωνίες, η συμπεριφορά τους αποτελούσε συνέχεια της ακαδημαϊκής ατμόσφαιρας. Οι πολιτικές αντιθέσεις χαρακτηρίζονταν από αμοιβαίο σεβασμό, έκφραση της εμπιστοσύνης στην οποία βασιζόταν η λειτουργία της κοινωνίας, ένα αίσθημα που έλειπε και συνεχίζει να μας λείπει και αποτελεί κατά τη γνώμη μου το σοβαρότερο πρόβλημα της χώρας μας.
Χρησιμοποίησα πιο πάνω τη λέξη «παραδεισένιο». Αλλά, όπως τόσο σωστά παρατήρησε ο Προυστ, κάθε παράδεισος είναι ένας χαμένος παράδεισος. Ο καταστροφικός πόλεμος του Βιετνάμ, ο πρώτος από τους τόσους πολέμους που έκτοτε έχει χάσει η Αμερική, και το κίνημα για τα φυλετικά δικαιώματα επέφεραν (ή, ίσως, έφεραν στην επιφάνεια) βαθιά ρήγματα στις σχέσεις μεταξύ των συνιστωσών της κοινωνίας. Προώθησαν μια πολύ πιο απόλυτη πολιτική ρητορική και ενέτειναν την οξύτητα των πολιτικών αντιπαραθέσεων, οι οποίες βαθμιαία εισήλθαν και στα ίδια τα πανεπιστήμια, όπου σήμερα η ελευθερία του λόγου απειλείται σοβαρά. Ακόμη πιο σημαντικό, υπέσκαψαν την εμπιστοσύνη που στήριζε την ομαλή λειτουργία της κοινωνίας. Το σκάνδαλο του Γουότεργκεϊτ, η προεδρία Ρέιγκαν («Η κυβέρνηση δεν είναι η λύση, είναι το πρόβλημα») και η σταδιακή αποδόμηση της κοινωνικής πολιτικής που πήγαζε από την προεδρία του Φραγκλίνου Ρούζβελτ (παραλείπω αναγκαστικά πολλούς άλλους παράγοντες) δημιούργησαν τεράστιες αντιπαραθέσεις, μετατρέποντας βαθμηδόν την αντίρρηση από διαφωνία σε προδοσία. Σήμερα, π.χ., το 86% των Ρεπουμπλικανών θεωρεί ότι οι Δημοκρατικοί έχουν υποστεί «πλύση εγκεφάλου», το 84% τους θεωρεί «αξιομίσητους» και το 71% τους χαρακτηρίζει «ρατσιστές»· το ίδιο ισχύει και για τους Δημοκρατικούς, με ποσοστά 88%, 87% και 89% αντιστοίχως.
Η μεγαλύτερη συμμετοχή και η αυξανόμενη επιρροή των μη λευκών Αμερικανών πολιτών στα κοινά προκάλεσαν βαθιά αγανάκτηση σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, ιδιαίτερα μεταξύ των λευκών χωρίς πανεπιστημιακή εκπαίδευση, το εισόδημα των οποίων μειώθηκε κατά περίπου 18%, σε αντίθεση με την αύξηση του εισοδήματος των Ασιατών-Αμερικανών, των λευκών με πανεπιστημιακή εκπαίδευση, των μαύρων και των Ισπανόφωνων, μεταξύ του 2000 και του 2022.
Αυτές και πολλές άλλες εξελίξεις (ιδιαίτερα την παράνομη μετανάστευση) εκμεταλλεύθηκε ο Ντόναλντ Τραμπ – η αδιάλλακτη «φωνή» και ο «προστάτης» των αδικημένων, ο «τιμωρός» των εχθρών τους, ο πιο φανατικός εχθρός και ο πιο αποτελεσματικός υπονομευτής της εμπιστοσύνης που θαύμαζα στην Αμερική που πρωτογνώρισα. Κράτος, κυβέρνηση, οι διάφορες «ελίτ», πανεπιστήμια, μετανάστες, πολιτικοί αντίπαλοι, όλοι τους, απολύτως αναξιόπιστοι, χρησιμοποιούν οποιοδήποτε μέσο για να εξαπατήσουν τους «δικούς μας», να καταπατήσουν τα φυσικά δικαιώματα των «πραγματικών» Αμερικανών και να διατηρήσουν τη διεφθαρμένη και ιδιοτελή εξουσία τους.
Η αποκατάσταση ενός ανύπαρκτου παρελθόντος μέσω ενός καταπιεστικού μέλλοντος συνιστά την Αμερική που φοβάμαι. Αλέξανδρος Νεχαμάς
Εκλογές; Στημένες. Δημόσιοι υπάλληλοι; Υποχείρια των ελίτ. Εμπειρογνώμονες; Πουλημένοι. Σύμμαχοι; Εκμεταλλευτές. Μετανάστες; Εγκληματίες. Τέτοιοι εχθροί δεν αντιμετωπίζονται με παραδοσιακά πολιτικά μέσα – μέσα κατασκευασμένα από τους ίδιους με σκοπό τη συνεχή τους επικράτηση. Μόνο ένας ηγέτης που εμπνέει πίστη (κάτι πολύ διαφορετικό από την εμπιστοσύνη) στους οπαδούς του, και επομένως δικαιώνεται ό,τι και να κάνει, μπορεί να εξολοθρεύσει τους «εσωτερικούς μας εχθρούς» πριν καταστρέψουν εντελώς την ισορροπία που πιστεύουν ότι κάποτε χαρακτήριζε την αμερικανική κοινωνία.
Η ισορροπία αυτή δεν υπήρξε ποτέ. Η αποκατάσταση ενός ανύπαρκτου παρελθόντος μέσω ενός καταπιεστικού μέλλοντος συνιστά την Αμερική που φοβάμαι.
*Ο κ. Αλέξανδρος Νεχαμάς είναι καθηγητής Ανθρωπιστικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον.
ΘΑΥΜΑΖΩ: Την πολυπολιτισμική κοινωνία
ΦΟΒΑΜΑΙ: Την υπερβολή της
Ιωάννης Μυλωνόπουλος
Τι θαυμάζω και τι φοβάμαι περισσότερο στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής; Δύσκολη ερώτηση, διότι δεν υπάρχουν ΗΠΑ ως κάτι το μονολιθικό από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Λος Αντζελες και από το Σιάτλ μέχρι το Μαϊάμι, όπως δεν υπάρχει μια μονοδιάστατη αντίληψη για το ποια ή τι είναι η Ελλάδα, η Γερμανία ή η Ιαπωνία. Αλλά ακόμη και πέρα από αυτήν την πολύ βασική και μάλλον βαρετή διαπίστωση, υπάρχει κάτι που να είναι μοναδικά αμερικανικό; Είναι περισσότερο ή λιγότερο κοινωνικοί οι Αμερικανοί από τους Ιταλούς; Περισσότερο ή λιγότερο εργατικοί από τους Γερμανούς; Περισσότερο ή λιγότερο συντηρητικοί από τους Ελληνες;
Ενα πράγμα που σίγουρα χαρακτηρίζει τις ΗΠΑ είναι ότι είναι όντως μια πολυπολιτισμική κοινωνία και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο πλεονέκτημά τους και συγχρόνως η μεγαλύτερη αδυναμία τους. Πάντως, αν πρέπει να απαντήσω οπωσδήποτε στο ερώτημα που τέθηκε στην αρχή, θα πρέπει να πω ότι φοβάμαι και ταυτόχρονα θαυμάζω περισσότερο τον συχνά υπερβολικό χαρακτήρα τους, που με κάνει ενίοτε να βλέπω αυτή τη χώρα ως έναν έφηβο με όνειρα, φιλοδοξίες, σχέδια για το μέλλον και ταυτόχρονα με φόβους, ανασφάλειες, προκαταλήψεις, αλαζονεία και –ίσως το πιο ενοχλητικό– την αντίληψη ότι υπάρχει μόνο μαύρο ή άσπρο, αλλά καθόλου γκρι.
Η χώρα της υπερβολής που οδηγεί σε τεράστιες κοινωνικές, φυλετικές και οικονομικές ανισότητες, αλλά ταυτόχρονα διαθέτει ένα μεγάλο αριθμό εξαιρετικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Πανεπιστήμια που προσφέρουν ένα επίπεδο και εύρος ανθρωπιστικής μόρφωσης που έχει αρχίσει να χάνεται στην Ευρώπη, αλλά είναι ταυτόχρονα απρόσιτα για παιδιά με οικονομικά αδύναμο υπόβαθρο. Μισθοί που αγγίζουν μυθικές διαστάσεις και ταυτόχρονα απίστευτη εκμετάλλευση στα κατώτερα κλιμάκια. Υπεράσπιση μέχρι θανάτου των δικαιωμάτων μειονοτήτων, γυναικών, παιδιών και ταυτόχρονα υποψήφιοι πρόεδροι που προάγουν την ξενοφοβία και τον υπέρμετρο συντηρητισμό εις βάρος της οποιασδήποτε διαφορετικότητας.
Αλλά και πάλι, δεν υπάρχουν τέτοιου τύπου αντιθέσεις σε άλλες χώρες; Δεν υπάρχουν στην Ελλάδα; Δεν βιώσαμε ταυτόχρονα ένα σύστημα εμβολιασμού κατά της COVID, που έβαλε στην κυριολεξία τα γυαλιά στις υποτιθέμενα πιο οργανωμένες χώρες της Βόρειας Ευρώπης, όπως η Γερμανία και ταυτόχρονα αντικρίσαμε στις οθόνες των τηλεοράσεών μας αλαλάζοντες συμπολίτες μας να ποδοπατούν μάσκες προστασίας μπροστά στο Σύνταγμα; Δεν είχαμε κι εμείς πολιτικούς που αντί για χλωρίνη, μάς πρότειναν κηραλοιφές ως θαυματουργό λύση κατά του κορωνοϊού; Δεν έχουμε κι εμείς πολιτικούς που κάθε… άνοιξη… και για καθαρά προσωπική τους προβολή (και προσωπική τους εμπάθεια) μάς θυμίζουν ότι για όλα φταίνε οι ξένοι (κατά προτίμηση οι Τούρκοι), οι φιλελεύθεροι, οι αλλόθρησκοι και οι ομόφυλοι; Ισως τελικά να μη με τρομάζει απλώς η υπερβολή των ΗΠΑ, αλλά ο συνδυασμός της υπερβολής με το μέγεθος, το κύρος και την επιρροή της χώρας αυτής στη διεθνή σκηνή.
Ως καθηγητής σε αμερικανικό πανεπιστήμιο μπορώ να ισχυριστώ ότι όταν οι Αμερικανοί φοιτητές είναι καλοί, δεν είναι απλώς καλοί, είναι εξαιρετικοί, όταν είναι όμως κακοί, δεν είναι απλώς κακοί, είναι κάκιστοι. Ιωάννης Μυλωνόπουλος
Ολοι ακούσαμε τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ να διαφημίζει τη χλωρίνη ως φάρμακο, δεν νομίζω ότι κάποιος στην Αμερική έτρεξε να αγοράσει κηραλοιφές επειδή κάποιος πολιτικός τις πουλάει στην Ελλάδα. Σε τελική ανάλυση, η ίδια υπερβολή που μπορεί να τους κάνει εξαιρετικά ξενοφοβικούς, ομοφοβικούς και κάθε είδους -φοβικούς, τους επιτρέπει ταυτόχρονα να προσεγγίζουν την καινοτομία, την αλλαγή, την αντίθεση, τη διαφορετικότητα με πιο ανοιχτό μυαλό, αποδοχή και εν τέλει κατανόηση. Στον δικό μου μικρόκοσμο και ως καθηγητής σε αμερικανικό πανεπιστήμιο μπορώ να ισχυριστώ ότι όταν οι Αμερικανοί φοιτητές είναι καλοί, δεν είναι απλώς καλοί, είναι εξαιρετικοί, όταν είναι όμως κακοί, δεν είναι απλώς κακοί, είναι κάκιστοι. Της λείπει το μέτρο της χώρας αυτής και ομολογώ ότι αυτό μου αρέσει! Κατά πάσα πιθανότητα, θα την φοβόμουν λιγότερο την Αμερική χωρίς την υπερβολή της, αλλά θα τη θαύμαζα μάλλον και λιγότερο. Σίγουρο είναι, όμως, ότι θα την έβρισκα απολύτως βαρετή.
*Ο κ. Ιωάννης Μυλωνόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης και Αρχαιολογίας και Jonathan Sobel και Marcia Dunn διευθυντής του προγράμματος Art Humanities στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια.